Η συγκομιδή ελιάς αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά στάδια του παραγωγικού κύκλου της ελιάς. Επηρεάζει άμεσα την ποιότητα, τη σταθερότητα και το οργανοληπτικό προφίλ του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου. Η σωστή γνώση του πότε και πώς γίνεται το μάζεμα της ελιάς επιτρέπει στους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς να μεγιστοποιούν την απόδοση, διατηρώντας παράλληλα υψηλή περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες και ένταση αρωμάτων.
Στο άρθρο αυτό αναλύουμε πότε πραγματοποιείται η συγκομιδή ελιάς στην Ελλάδα, ποιοι αγρονομικοί παράγοντες επηρεάζουν την ποιότητα του ελαιολάδου και πώς η ανόργανη και οργανο-ανόργανη θρέψη της ελιάς παίζει καθοριστικό ρόλο στην παραγωγικότητα, την ομαλή καρποφορία και την ανθεκτικότητα στις μεσογειακές συνθήκες καταπόνησης.
Πότε γίνεται η συγκομιδή ελιάς στην Ελλάδα;
Η περίοδος συγκομιδής διαφέρει ανάλογα με την περιοχή, την ποικιλία, τις κλιματικές συνθήκες και τις καλλιεργητικές πρακτικές.
- Νότια Ελλάδα & νησιά (Κρήτη, Πελοπόννησος): συνήθως από τα τέλη Οκτωβρίου έως τον Δεκέμβριο
- Κεντρική Ελλάδα: από Νοέμβριο έως αρχές Ιανουαρίου
- Βόρεια Ελλάδα: συχνά από τέλη Νοεμβρίου έως Ιανουάριο, λόγω χαμηλότερων θερμοκρασιών
Βασικό κριτήριο παραμένει ο δείκτης ωρίμανσης (δείκτης χρωματισμού του καρπού). Οι ελιές θεωρούνται έτοιμες για συγκομιδή όταν το χρώμα τους μεταβαίνει από έντονο πράσινο σε ιώδες ή μαύρο.
- Πρώιμη συγκομιδή: υψηλότερη περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες, πιο πικρό και πικάντικο ελαιόλαδο
- Όψιμη συγκομιδή: πιο γλυκό και ήπιο ελαιόλαδο, αλλά με μειωμένη οξειδωτική σταθερότητα
Μία από τις βασικές προκλήσεις της ελληνικής ελαιοκαλλιέργειας είναι η παρενιαυτοφορία της ελιάς. Η ισορροπημένη λίπανση, με έμφαση στο κάλιο, το βόριο και τη χρήση βιοδιεγερτών, συμβάλλει στη σταθεροποίηση της παραγωγής από έτος σε έτος.
Λίπανση ελιάς και επίδραση στην ποιότητα του ελαιολάδου
Μια σωστά θρεμμένη ελιά παρουσιάζει αυξημένη αντοχή στην ξηρασία, στο θερμικό στρες και στις θρεπτικές ανισορροπίες, παράγοντας υγιείς καρπούς και ελαιόλαδο ανώτερης ποιότητας.
Βασικά θρεπτικά στοιχεία για την ελιά:
- Άζωτο (N): ενισχύει τη βλαστική ανάπτυξη και τη δημιουργία ανθοφόρων οφθαλμών
- Φώσφορος (P): απαραίτητος για την άνθηση και τις ενεργειακές διεργασίες
- Κάλιο (K): κρίσιμο για τη συσσώρευση ελαίου και το μέγεθος του καρπού
- Ιχνοστοιχεία (Βόριο, Ψευδάργυρος, Μαγγάνιο): απαραίτητα για την ανθοφορία, τη γονιμοποίηση και την ποιότητα του καρπού
Από τη συγκομιδή στο ελαιοτριβείο – ο χρόνος είναι καθοριστικός
Ένας συχνά υποτιμημένος παράγοντας που επηρεάζει την ποιότητα του ελαιολάδου είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ συγκομιδής και έκθλιψης.
- Έκθλιψη εντός 24–48 ωρών: περιορίζει τη ζύμωση και την οξείδωση
- Προσωρινή αποθήκευση: οι ελιές πρέπει να τοποθετούνται σε αεριζόμενα τελάρα και ποτέ σε πλαστικές σακούλες, ώστε να αποφεύγεται η υπερθέρμανση
Μόνο με την τήρηση αυτών των προϋποθέσεων μπορεί να παραχθεί ποιοτικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, με πλούσιο αρωματικό προφίλ, ισορροπημένη πικράδα και πολύτιμες βιοδραστικές ενώσεις.
Συμπέρασμα: Η συγκομιδή ελιάς ως στρατηγική αγρονομική απόφαση
Η συγκομιδή ελιάς δεν είναι απλώς μια παραδοσιακή πρακτική. Αποτελεί το αποτέλεσμα στρατηγικών αποφάσεων που αφορούν τον χρόνο συγκομιδής, τη θρέψη των δέντρων και τη μετασυλλεκτική διαχείριση.
Μέσα από καινοτόμες λύσεις λίπανσης για την ελιά και εξατομικευμένα προγράμματα θρέψης, η TIMAC AGRO | ΛΥΔΑ υποστηρίζει τους ελαιοπαραγωγούς στην επίτευξη:
- σταθερών αποδόσεων
- ανθεκτικών ελαιώνων
- και εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου υψηλής ποιότητας
Με την TIMAC AGRO, η ελαιοκομική παράδοση συναντά τη σύγχρονη αγρονομική καινοτομία.
FAQ: Συγκομιδή ελιάς στην Ελλάδα
Σε πόσο χρόνο πρέπει να αλεστούν οι ελιές μετά τη συγκομιδή;
Οι ελιές πρέπει να φτάνουν στο ελαιοτριβείο εντός 24–48 ωρών για να διατηρηθεί η φρεσκάδα και να αποφευχθεί η ζύμωση.
Πώς αναγνωρίζεται ένα ποιοτικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο;
Ένα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο χαρακτηρίζεται από:
- φρέσκο φρουτώδες άρωμα (ελιά, χόρτο, αγκινάρα)
- ισορροπημένη πικράδα και πικάντικη επίγευση
- οξύτητα μικρότερη από 0,8%
Σε πόσα χρόνια καρποφορεί η ελιά;
Η ελιά ξεκινά συνήθως να καρποφορεί μετά από 3–5 χρόνια, ανάλογα με την ποικιλία, το γενετικό υλικό και τη διαχείριση της θρέψης.